Α. ΟΙ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Οι πρώτες εικόνες του Χριστού θεωρούνται αχειροποίητες επειδή δημιουργήθηκαν θαυματουργικά, χωρίς τη μεσολάβηση ανθρώπινου χεριού, μέσω της απευθείας αποτύπωσης της μορφής του Κυρίου πάνω σε κάποιο υλικό.
Οι τρεις πιο γνωστές και παλαιότερες αχειροποίητες εικόνες του Χριστού είναι οι εξής:
1. Το Άγιο Μανδήλιο. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ο βασιλιάς της Έδεσσας της Μεσοποταμία Άβγαρος έπασχε από μια οδυνηρή και ανίατη ασθένεια της εποχής, η οποία κατά πάσα πιθανότητα ήταν η λέπρα. Μαθαίνοντας για τα θαύματα του Ιησού στην Ιουδαία, έστειλε τον έμπιστο αρχειοφύλακα και ζωγράφο του, Ανανία, μεταφέροντας μια επιστολή-πρόσκληση. Σε αυτήν, ο Άβγαρος Τον παρακαλούσε να επισκεφθεί την Έδεσσα για να τον θεραπεύσει και να ζήσει με ασφάλεια στο παλάτι του. Ο Χριστός αρνήθηκε ευγενικά να ταξιδέψει, εξηγώντας ότι έπρεπε πρώτα να ολοκληρώσει το επίγειο έργο Του. Υποσχέθηκε όμως ότι μετά την Ανάληψή Του, θα έστελνε έναν από τους μαθητές Του για να τον γιατρέψει. Βλέποντας ο Ανανίας ότι ο Ιησούς δεν θα τον ακολουθούσε, προσπάθησε να σχεδιάσει το πρόσωπό Του σε ένα κομμάτι ύφασμα, αλλά δεν τα κατάφερε λόγω της λάμψης Του. Τότε ο Ιησούς, γνωρίζοντας την επιθυμία του, ζήτησε νερό, πλύθηκε και σκούπισε το πρόσωπό Του με ένα ύφασμα (μανδήλιο). Η μορφή Του αποτυπώθηκε θαυματουργικά πάνω σε αυτό, δημιουργώντας την πρώτη «αχειροποίητη» εικόνα. Ο Ανανίας επέστρεψε με το Άγιο Μανδήλιο, και μόλις ο Άβγαρος το προσκύνησε, θεραπεύτηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Αργότερα, μετά την Ανάληψη, ο Απόστολος Θαδδαίος (ένας από τους Εβδομήκοντα) επισκέφθηκε την πόλη, ολοκλήρωσε τη θεραπεία του βασιλιά και βάπτισε τον ίδιο και τους κατοίκους της Έδεσσας χριστιανούς.
Τη θαυμαστή ιστορία κατέγραψε ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας ( 339) βασισμένος στα επίσημα αρχεία της πόλης της Έδεσσας[1].
Στη «Διδασκαλία του Αδδαίου»[2], ένα συριακό απόκρυφο κείμενο του 4ου-5ου αιώνα, προσθέτει την πληροφορία, δεν γίνεται λόγος για αχειροποίητο θαύμα (Μανδήλιο), αλλά για πορτρέτο του Ιησού που ζωγράφισε ο Ανανίας με εκλεκτά χρώματα.
Ο Ευάγριος Σχολαστικός (γύρω στο 594 μ.Χ.), είναι ο πρώτος ιστορικός που αποκαλεί το Άγιο Μανδήλιο «θεότευκτο εἰκόνα»[3], δηλαδή εικόνα κατασκευασμένη από τον Θεό, αχειροποίητη. Η φράση «θεότευκτος εικών» αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα των Εικονοφίλων κατά την περίοδο της Εικονομαχίας. Χρησιμοποιήθηκε ως απόδειξη ότι ο ίδιος ο Χριστός αποδέχτηκε και παρέδωσε την αποτύπωση της μορφής Του. Εφόσον ο ίδιος ο Χριστός δημιούργησε την πρώτη εικόνα Του, η απεικόνιση του Θείου δεν είναι ανθρώπινη επινόηση, αλλά θεϊκή πρωτοβουλία.
Αυτό υποστηρίζουν στη συνοδική Επιστολή (836 μ.Χ.) και «οἱ ἁγιότατοι Πατριάρχες, Ἰώβ Ἀλεξανδρείας, Χριστοφόρου Ἀντιοχείας καὶ Βασιλείου Ἱεροσολύμων πρὸς Θεόφιλον αὐτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως», όπου υπερασπιζόμενοι την τιμή και προσκύνηση των εικόνων αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Διότι και ο ίδιος ο Χριστός δημιούργησε την εικόνα που ονομάζεται αχειροποίητος, και μέχρι σήμερα στέκεται και προσκυνείται, και κανείς από όσους σκέφτονται σωστά δεν την αποκάλεσε είδωλο. Γιατί αν γνώριζε ο Θεός ότι εξαιτίας της θα γινόταν ειδωλολατρία, δεν θα την είχε αφήσει πάνω στη γη»[4].
Παρόλο που το πρωτότυπο κειμήλιο χάθηκε (πιθανότατα κατά τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης το 1204), η μορφή του παρέμεινε ζωντανή στη βυζαντινή τέχνη μέσω αυστηρών εικονογραφικών κανόνων. Συναντάται συχνά σε τοιχογραφίες στην είσοδο ναών ή στο ιερό, είτε σε φορητές εικόνες, όπως στο τρίπτυχο του 10ου αιώνα στη Μονή Σινά, στο επάνω τμήμα του οποίου εικονίζονται ο απόστολος Θαδδαίος (σε θρόνο) και ο βασιλιάς Άβγαρος να παραλαμβάνει το Άγιο Μανδήλιο, κάτω δε απ’ αυτούς τέσσερις μεγάλες μορφές του μοναχισμού και της εκκλησίας: ο Όσιος Παύλος ο Θηβαίος, ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας, ο Μέγας Βασίλειος και ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος.
2. Το Ιερό Κεράμιο. Συνδέεται άμεσα με την ιστορία του Αγίου Μανδηλίου. Για να προστατευτεί το Άγιο Μανδήλιο από τις διώξεις, τοποθετήθηκε μέσα σε μια εσοχή του τείχους της πόλης της Έδεσσας και καλύφθηκε με ένα κεραμίδι (κέραμο). Όταν ανοίχτηκε η κρύπτη αιώνες μετά, διαπιστώθηκε ότι η μορφή του Χριστού είχε αποτυπωθεί θαυματουργικά και πάνω στο κεραμίδι[5].
3. Η Εικόνα των Καμουλιανών. Μία από τις σημαντικότερες αχειροποίητες αποτυπώσεις του Χριστού. Βρέθηκε στα Καμουλιανά της Καππαδοκίας γύρω στο 289 μ.Χ., κατά την περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Σύμφωνα με την παράδοση, μια ευσεβής γυναίκα (η ειδωλολάτρισσα Ακυλίνα που μετέπειτα βαπτίστηκε) βρήκε μέσα σε ένα κιβώτιο με νερό ένα λεπτό, καθαρό ύφασμα, πάνω στο οποίο είχε αποτυπωθεί η μορφή του Χριστού ολοκάθαρη και στεγνή, χωρίς to νερό να αλλοιώσει καθόλου τα χρώματα ή το σχήμα της «αχειροποίητης» αυτής εικόνας[6]. Η εικόνα μεταφέρθηκε (574 μ.Χ.) από τα Καμουλιανά της Καππαδοκίας στην Κωνσταντινούπολη ( Ἦλθε δὲ καὶ ἡ ἀχειροποίητος ἀπὸ τῶν Καμουλιανῶν, κώμης τῆς Καππαδοκίας...[7]) και αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα «παλλάδια» (ιερά προστατευτικά κειμήλια) της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, πριν χαθούν τα ίχνη της κατά την περίοδο της Εικονομαχίας.
Β. ΟΙ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
1. Η Αχειροποίητη Εικόνα της Παναγίας στη Λύδδα αποτελεί μία από τις αρχαιότερες και πιο θαυμαστές παραδόσεις της Ορθοδοξίας. Σύμφωνα με αυτήν, οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης, κατά τη διάρκεια του ευαγγελισμού των κατοίκων στην πόλη Λύδδα (σημερινή Λοντ), χτίζουν ναό προς τιμήν της Παναγίας και την παρακαλούν να τον επισκεφθεί. Εκείνη τους λέγει να επιστρέψουν και θα τη βρουν εκεί. Μόλις έφτασαν, είδαν πάνω σε έναν κίονα του ναού αποτυπωμένη τη μορφή της. Η παράδοση αυτή επιβεβαιώνεται ιστορικά σε κείμενο του επισκόπου Κρήτης Ανδρέα (726 μ.Χ.), ο οποίος την βεβαιώνει ότι η «ἀχειρόγραφος» αυτή εικόνα σωζόταν ανέπαφη και προσκυνούνταν αδιάλειπτα από τα χρόνια των Αποστόλων μέχρι και την εποχή του (660-740 μ.Χ.)[8].
2. Άλλες εικόνες της Θεοτόκου, που θεωρούνται Αχειροποίητες, είναι: η Παναγία η Αβραμιώτισσα που βρισκόταν στη μονή Αχειροποιήτου ή Αβραμιτών στην ΚωνΠολη (η οποία καταστράφηκε κατά τη λατινική κατοχή 1204-1261) και μαζί της χάθηκαν και τα ίχνη της εικόνας), η Παναγία της Santa Maria Trastevere στον ομώνυμο ναό της Ρώμης, η Παναγία Φανερωμένη της μητρόπολης Κυζίκου στη Μικρά Ασία (σήμερα βρίσκεται στον πατριαρχικό ναό στο Φανάρι και κοσμεί το προσκυνητάρι του αριστερού κλίτους), η Αχειροποίητος Παναγία της Θεσσαλονίκης, η Παναγία η Πλατανιώτισσα (30 χλμ από την πόλη των Καλαβρύτων), η Παναγία Εικοσιφοίνισσα που βρίσκεται στην ομώνυμη μονή στο όρος Παγγαίο, η Παναγία του Καραβά στην περιοχή Λάμπουσα της Κύπρου, η Παναγία η Προδρομίτισσα στη ρουμάνικη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου στο Άγιο Όρος, η Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα στο Θεομητορικό Μνήμα της Γεθσημανή στους Αγίους Τόπους κ.ά.
αὶ εὐλάβειαν τὴν πρὸς αὐτήν»[9].
Γ. ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗ ΛΟΥΚΑ
Ο Μέγας Βασίλειος (†378) επισήμανε ότι η Εκκλησία παρέλαβε τις ιερές εικόνες και την προσκύνησή τους από τους Αγίους Αποστόλους· «ἐξ ἀποστολικῆς παραδόσεως τούτων παραδοθέντων»[10].
Πράγματι, σύμφωνα με την ιερή παράδοση, ο απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς φιλοτέχνησε τις πρώτες εικόνες της Θεοτόκου ενόσω Εκείνη βρισκόταν ακόμη στη ζωή.
Οι εικόνες που συνδέονται άμεσα με τον ευαγγελιστή Λουκά είναι οι παρακάτω:
Παναγία η Οδηγήτρια: Θεωρείται η πρώτη εικόνα της Παναγίας, την οποία φιλοτέχνησε ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Αρχικά φυλασσόταν στα Ιεροσόλυμα. Τον 5ο αιώνα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από την αυτοκράτειρα Ευδοκία και τοποθετήθηκε στην περίφημη Μονή των Οδηγών. Υπήρξε για αιώνες το ιερότερο «παλλάδιο» (πνευματικό φυλαχτό) της Βασιλεύουσας. Δυστυχώς η αυθεντική εικόνα καταστράφηκε ή χάθηκε κατά την Άλωση της Πόλης (το 1453), η μνήμη όμως της διασώθηκε μέσα από πολλά πιστά αντίγραφα (όπως το αντίγραφο που φυλάσσεται σήμερα στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους).
Σώζονται όμως οι παρακάτω θαυματουργές εικόνες, τις η εκκλησιαστική παράδοση αποδίδει στον θεσπέσιο ευαγγελιστή Λουκά:
1. Παναγία η Σουμελά: Σύμφωνα με την παράδοση, φιλοτεχνήθηκε από τον Ευαγγελιστή Λουκά τον 1ο αιώνα μ.Χ. Είναι χωρισμένη σε δύο κομμάτια και έχει υποστεί μεγάλες φθορές. Οι μορφές της Παναγίας και του Χριστού δεν είναι πλέον ευδιάκριτες, παρά μόνο τα περιγράμματά τους. Σήμερα φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά στο όρος Βέρμιο, προερχόμενη από την ιστορική Μονή του Πόντου.
2. Παναγία η Μεγαλοσπηλαιώτισσα: Αποτελεί επίσης έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, σύμφωνα με την παράδοση. Πρόκειται για ανάγλυφη εικόνα φτιαγμένη από κερί και μαστίχα, η οποία φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα.
3. Παναγία η Κύκκώτισσα: Κατά την ορθόδοξη παράδοση, είναι η τρίτη εικόνα που φιλοτέχνησε ο Απόστολος Λουκάς. Είναι καλυμμένη από αργυρόχρυση επένδυση για λόγους βαθιάς ευλαβείας, ώστε να μη βλέπει κανείς τη μορφή της, και βρίσκεται στην ομώνυμη ιστορική Μονή στην Κύπρο.
4. Σήμερα, πολλές ιστορικές εικόνες σε όλο τον κόσμο (όπως η Παναγία Προυσιώτισσα στον Προυσό Ευρυτανίας, η Παναγία Μαλεβή στον Άγιο Πέτρο Αρκαδίας, η Παναγία του Κάστρου Λέρου, η Παναγία Τουρλιανή Μυκόνου, η Παναγία Σπηλιανή της Νισύρου, η Παναγία Μαχαιριώτισσα στην Κύπρο, η Παναγία του Βλαντιμίρ στη Ρωσία, η Μαύρη Παναγία της Τσενστοχόβα στην Πολωνία, η Salus Populi Romani και η η Maria Advocata (γνωστή και ως Madonna del Rosario) στη Ρώμη και άλλες (συνολικά περίπου 70) αποδίδονται στον Ευαγγελιστή Λουκά. Η Ορθόδοξη παράδοση όμως, μόνο τις αρχικά τρεις μνημονευθείσες αναγνωρίζει ως τα πρωτότυπα έργα του, ενώ οι υπόλοιπες θεωρούνται μεταγενέστερα αντίγραφα δικά του ή των μαθητών του.
Η Αμφισβήτηση και η Σύγχρονη Κριτική
Παρά τη μακραίωνη παράδοση η ιστορική πατρότητα των εικόνων της Παναγίας από τον ευαγγελιστή Λουκά αμφισβητείται πλήρως από τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα και την ιστορία της τέχνης.
Κορυφαίοι επιστήμονες (ιστορικοί, θεολόγοι και ιστορικοί της τέχνης) συμφωνούν ομόφωνα ότι η παράδοση που αποδίδει στον ευαγγελιστή Λουκά την ιδιότητα του πρώτου ζωγράφου της Παναγίας είναι ένας όμορφος, μεταφορικός θρύλος (ευσεβής μύθος) που γεννήθηκε αιώνες αργότερα και στερείται ιστορικής βάσης[11].
Κανένα κείμενο των πρώτων χριστιανικών αιώνων (ούτε η Καινή Διαθήκη) δεν αναφέρει τον Λουκά ως ζωγράφο.
Η συγκεκριμένη δοξασία ενισχύθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της Εικονομαχίας (8ος - 9ος αιώνας), ως ένα θεολογικό επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας και προσκύνησης των ιερών εικόνων. Εφόσον ο στενός μαθητής του Χριστού και συγγραφέας του Ευαγγελίου αποτύπωσε τις ιερές μορφές, οι εικόνες δεν αποτελούν ανθρώπινη επινόηση, αλλά μαρτυρία της ενσάρκωσης του Λόγου.
Όλες οι σωζόμενες εικόνες που η παράδοση συνδέει με τον Λουκά έχουν αποδειχθεί μέσω επιστημονικών αναλύσεων ότι φιλοτεχνήθηκαν πολλούς αιώνες αργότερα. Φέρουν ξεκάθαρα βυζαντινή ή μεταγενέστερη τεχνοτροπία.
Μεταγενέστερες γραπτές μαρτυρίες
Οι πρώτες γνωστές γραπτές μαρτυρίες που αναφέρουν ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς φιλοτέχνησε εικόνες της Παναγίας εντοπίζονται πράγματι στον 6ο αιώνα.
Ο ιστορικός των αρχών του 6ου μ.Χ. αιώνα, Θεόδωρος Αναγνώστης, μας πληροφορεί ότι η Ευδοκία, η σύζυγος του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄, ενώ βρισκόταν στους Αγίους Τόπους, πιθανόν για προσκύνημα, αγόρασε την εικόνα της Θεομήτορος «ἣν ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς καθιστόρησεν» και την έστειλε στην Κωνσταντινούπολη, ως δώρο προς την αυτοκράτειρα Πουλχερία, την σύζυγο του αυτοκράτορα Μαρκιανού[12].
Ο Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας Κρήτης (περ. 660–740 μ.Χ.) σημειώνει ότι ο Απόστολος Λουκάς ζωγράφισε «οἰκείαις χερσίν αὐτόν τε τὸν Σαρκωθέντα Χριστὸν, καὶ τὴν αὐτοῦ ἄχραντον Μητέρα» και ότι αυτές οι εικόνες φυλάσσονται στη Ρώμη σε έναν ένδοξο οίκο. Λένε μάλιστα ότι υπάρχουν ακριβή αντίγραφά τους και στα Ιεροσόλυμα[13].
Επίσης στην Συνοδική επιστολή (836 μ.Χ.) «τῶν ἁγιοτάτων Πατριαρχῶν, Ἰώβ Ἀλεξανδρείας, Χριστοφόρου Ἀντιοχείας καὶ Βασιλείου Ἱεροσολύμων πρὸς Θεόφιλον αὐτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως» οι τρεις Προκαθήμενοι υπογραμμίζουν στον αυτοκράτορα, ότι ο θεσπέσιος απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς αποτύπωσε με τη χρήση της ζωγραφικής τέχνης πάνω σε ξύλινο πίνακα τη σεβάσμια και θεία μορφή της Πανάγνου «ἔτι ἐν σαρκὶ αὐτῆς ζώσης ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ τὰς διατριβὰς ποιουμένης ἐν τῇ ἁγίᾳ Σιών», για να μείνει η μορφή της σαν ζωντανός καθρέφτης στις επόμενες γενιές. Η ίδια η Παναγία είδε την εικόνα και της έδωσε τη χάρη της λέγοντας: «Ἡ χάρις μου μετ’ αὐτῆς ἔσται»[14].
Ο σημαντικός ιστορικός του Βυζαντίου Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος (14ος αιώνας) σημειώνει, ότι «ο θείος απόστολος Λουκάς, γιατρός στο επάγελμα αλλά και άριστος γνώστης της ζωγραφικής τέχνης (ἄκρως δὲ τὴν ζωγράφον τέχνην ἐξεπιστάμενος)»[15], ζωγράφισε με τα χέρια του την εικόνα της Μητέρας του Λόγου όσο εκείνη ζούσε ακόμα (ζώσης ἔτι), και η ίδια η Θεοτόκος έβλεπε τη μορφή της (τὸν τύπον ὁρώσης) και ευλόγησε την εικόνα, μεταδίδοντάς της τη χάρη της (καὶ τὴν χάριν ἐνιείσης)»[16].
Η παράδοση που θέλει τον Ευαγγελιστή Λουκά να είναι ο πρώτος αγιογράφος και να φιλοτεχνεί την εικόνα της Παναγίας αποτυπώνεται έντονα και στη βυζαντινή υμνογραφία.
Η πιο χαρακτηριστική και άμεση αναφορά βρίσκεται στον Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο (ποίημα του μοναχού Θεоκτίστου ή του αυτοκράτορα Θεοδώρου Β΄ Λασκάρεως). Το σχετικό τροπάριο αναφέρει: «Ἄλαλα (μένουν) τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτὴν, τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου, Λουκᾶ ἱερωτάτου, τὴν Ὁδηγήτριαν». Η λέξη «ἱστορηθεῖσαν» στην εκκλησιαστική ορολογία σημαίνει «αγιογραφηθείσα» ή «ζωγραφισμένη».
Στην επίσημη ακολουθία της εορτής του (18 Οκτωβρίου), ένα από τα εναλλακτικά απολυτίκια τονίζει τη διπλή του ιδιότητα ως γιατρού και ζωγράφου της Θεομήτορος: «Ἀκέστωρ [ιατρός] σοφώτατος, Ἱερομύστα [μυημένος στα ιερά] Λουκᾶ, ζωγράφος πανάριστος, τῆς Θεοτόκου Μητρός, ἐδείχθης Ἀπόστολε...»
Το κατανυκτικό θεοτοκίο από τον Παρακλητικό Κανόνα εις τον Ευαγγελιστή και Ιατρό Άγιο Λουκά, τον αποκαλεί ρητά «ἰατρὸν καὶ ζωγράφον», ο οποίος πρώτος αποτύπωσε τη μορφή της Παναγίας η οποία έφερε τον ιατρό ψυχών και σωμάτων, Χριστό. «Η ἐν γαστρί σου τὸν Θεὸν δεξαμένη, τὸν Ἰατρόν ψυχῶν ἡμῶν καὶ σωμάτων, Παρθένε Παναμώμητε, ἧς πάντιμον μορφήν, πρῶτος ἀνιστόρησεν (ιστορικά αποτύπωσε/ζωγράφισε), ἰατρὸς καὶ ζωγράφος, Λουκᾶς ὁ θεσπέσιος...»[17].
Συμβολική σημασία
Η Εκκλησία, παρά την έλλειψη σύγχρονων με τον Ευαγγελιστή γραπτών αποδείξεων, αποδίδει συμβολικά και τιμητικά την πατρότητα αυτών των εικόνων στον Λουκά για συγκεκριμένους λόγους:
Ο ζωγράφος των λέξεων: Το Ευαγγέλιο του Λουκά διακρίνεται για την αφηγηματική του ζωντάνια. Μέσα από τα κείμενά του, ο Ευαγγελιστής περιγράφει γεγονότα όπως ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η επίσκεψη στην Ελισάβετ, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η παιδική ηλικία του Χριστού, «ζωγραφίζοντας» με λέξεις τις πιο τρυφερές στιγμές και αποκαλύπτοντας την εσωτερική ομορφιά και προσωπικότητα της Παναγίας. Η Εκκλησία συνέδεσε αυτή τη βαθιά θεολογική και περιγραφική του ικανότητα με την ιστορική πραγματικότητα της εποχής, θεωρώντας ότι ο Λουκάς υπήρξε όντως ο δημιουργός των πρώτων φορητών εικόνων της Παναγίας.
Θεολογική σημασία: Η αποδοχή αυτής της παράδοσης είναι θεμελιώδης για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Χρησιμοποιείται ως βασικό επιχείρημα για την τιμητική προσκύνηση των εικόνων, καθώς αποδεικνύει ότι η απεικόνιση των ιερών προσώπων έχει αποστολική και θεόπνευστη καταγωγή.
Η Θέση της Εκκλησίας και η Παράδοση
Από την πλευρά της ιστορίας της τέχνης, καμία σωζόμενη εικόνα δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι φιλοτεχνήθηκε από τον Ευαγγελιστή Λουκά.
Η προσέγγιση της Εκκλησίας για τις αποδιδόμενες στον ευαγγελιστή Λουκά εικόνες είναι βαθύτατα πνευματική και λειτουργική, ξεπερνώντας κατά πολύ τα στενά όρια της ιστορικής ή τεχνολογικής ανάλυσης.
Για την Εκκλησία, οι εικόνες των Αγίων δεν είναι απλά έργα τέχνης αλλά έχουν βαθιά θεολογική και πνευματική σημασία. Αποτελούν αγωγούς της άκτιστης θείας Χάριτος και ενεργείας, οι οποίες αγιάζουν και ενισχύουν τους πιστούς.
Οι Άγιοι κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής τους έγιναν ναοί του Θεού και κατοικητήρια του Αγίου Πνεύματος. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός τονίζει, ότι η θεία Χάρις δεν εγκαταλείπει τα σώματά τους μετά τον θάνατο. Παραμένει ενεργή και στις ψυχές τους, και στα σώματά τους μέσα στους τάφους, και στις μορφές τους, και στις άγιες εικόνες τους, καθιστώντας τα πηγές ιαμάτων και θαυμάτων για τους πιστούς. (Οἱ γὰρ ἅγιοι καὶ ζῶντες πεπληρωμένοι ἦσαν Πνεύματος ἁγίου, καὶ τελευτησάντων αὐτῶν, ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀνεκφοιτήτως [αχώριστη] ἔνεστι καὶ ταῖς ψυχαῖς, καὶ τοῖς σώμασιν ἐν τοῖς τάφοις, καὶ τοῖς χαρακτῆρσι, καὶ ταῖς ἁγίαις εἰκόσιν αὐτῶν, οὐ κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ χάριτι καὶ ἐνεργείᾳ)[18].
Τα θαύματα και η αγιαστική χάρις δεν απορρέουν από την παλαιότητα του έργου, τα υλικά κατασκευής, ή το πρόσωπο του αγιογράφου. Προέρχονται αποκλειστικά από τη Χάρη του Θεού και ενεργοποιούνται μέσω της πίστης και της προσευχής του πιστού.
Η αμφισβήτηση της ιστορικότητας της εικόνας δεν μειώνει ούτε βλάπτει την πίστη και την ευλάβεια του πιστού. Ακόμη και αν μια εικόνα δεν φιλοτεχνήθηκε αποδεδειγμένα από τον Ευαγγελιστή Λουκά, αυτό δεν μειώνει την αξία της. Η θεία χάρη δεν περιορίστηκε μόνο στις λίγες εικόνες που έφτιαξε ο Απόστολος Λουκάς. Υπάρχουν αναρίθμητες άλλες εικόνες που επιτελούν θαύματα, παρόλο που γνωρίζουμε ότι δεν είναι δικές του.
Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να υιοθετήσουμε τα λόγια του ηγουμένου Κύριλλου Καστανοφύλλη, ο οποίος έγραψε (μεταξύ 1810-1812) για την ιστορία της θαυματουργού εικόνας της Παναγίας που τιμάται στο μοναστήρι του Προυσού: «Πλὴν ἂν καὶ δὲν ἦναι τόσον βέβαιον, ὅτι εἶναι μία καὶ αὕτη ἐκ τῶν τοῦ Ἀποστόλου, τι πρὸς τούτου; ἆρα μόνον εἰς ἐκείνας ἐδόθη ἡ χάρις; ἡμεῖς βλέπομεν καὶ τόσας ἄλλας, μὴ οὔσας τοῦ Λουκᾶ, καὶ θαυματουργοῦν. Καὶ αὕτη λοιπὸν ἂν καὶ δὲν ἦναι μία τῶν ἐκείνου, δὲν μᾶς βλάπτει, οὐδὲ ὀλιγοστεύει τῆν πίστιν καὶ εὐλάβειαν τὴν πρὸς αὐτήν»[19].
Αγρίνιο, Αύγουστος 2019
Κωνσταντίνος Αναστ. Ξευγένης
[1] Εὐσέβιος Καισαρείας, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, PG 20, 120Β ‐129C. Πρβλ. Γεώργιος Μοναχὸς Αμαρτωλός, Χρονικὸν Σύντομον, PG 110, 920Β. Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94, 1173Α.
[2] The Doctrine of Addai, the Apostle, by George Phillips, London: Trubner & Co. Ludgate Hill, 1876.
[3] Εὐάγριος Σχολαστικός, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Τόμος τέταρτος, PG 86/2, 2748C.
[5] Κωνσταντῖνος Πορφυρογέννητος, Διήγησις… περὶ τῆς πρὸς Αὔγαρον ἀποσταλείσης ἀχειροποιήτου θείας εἰκόνος Χριστοῦ…, PG 113, 437. Πρβλ. Συμεὼν Μεταφραστής, Leonis Allatii De Symeonis Metaphrastae scriptis Diatriba, PG 114, 103A
[6] Νικόδημος Ἁγιορείτης, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τόμος δεύτερος, Ἀθήνῃσι ἐκ τοῦ Τυπογραφείου Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1868, σελ . 307-308.
[7] Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ἱστοριῶν, PG 121, 748.
[8] Ἀνδρέας Κρήτης, Περὶ τῆς τῶν ἁγίων εἰκόνων προσκυνήσεως, PG 97, 1301D-1304B.Πρβλ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν βασιλέα Θεόφιλον περὶ τῶν ἁγίων και σεπτῶν εἰκόνων, PG 95 349D-352A.
[9] Χριστόφορος Παπανδρεόπουλος Ἀρχιμανδρίτης Ἡγούμενος Ἱερ. Μονῆς Προυσοῦ, Διήγησις ἱρὰ καὶ ὡραία, διαλαμβάνουσα περὶ τῆς Θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς εὑρισκομένης ἐν τῇ σεβασμίᾳ Μονῇ τοῦ Πυρσοῦ ἢ Προυσοῦ, ἐν Ἀθήναις ἐκ τοῦ Τυπογραφείου Ν. Ταρουσόπουλου, 1897, σελ. 69.
[10] Βασίλειος Καισαρείας, Ἐπιστολὴ ΤΞ΄ πρὸς Ἰουλιανὸν τὸν Παραβάτην, PG 32,1100C.
[11] Ο Γερμανός ιστορικός τέχνης Hans Belting εξηγεί πώς η Εκκλησία χρησιμοποίησε τον μύθο του Λουκά για να υπερασπιστεί τις εικόνες. Βλ. Hans Belting, Likeness and Presence: A History of the Image before the Era of Art (Ομοίωση και παρουσία: Μια Ιστορία της Εικόνας πριν από την Εποχή της Τέχνης), trans. Edmund Jephcott, Chicago & London: The University of Chicago Press, 1994».
Ο Ιταλός καθηγητής ιστορίας της τέχνης Michele Bacci αναλύει πώς η φήμη του Λουκά ως ζωγράφου εδραιώθηκε κυρίως μετά τον 8ο αιώνα. Βλ. Michele Bacci, Il pennello dell'Evangelista: Storia delle immagini sacre attribuite a san Luca, (Το πινέλο του Ευαγγελιστή: Ιστορία των ιερών εικόνων που αποδίδονται στον άγιο Λουκά) Gisem-Ets, Pisa: Gisem-ETS, 1998.
Η σύγχρονη ερευνήτρια Rebecca Raynor επιχειρηματολογεί ότι η ιδιότητα του Λουκά ως χριστιανού, ευαγγελιστή και ιατρού τον καθιστούσε το πλέον αξιόπιστο πρόσωπο στην πρώιμη βυζαντινή συνείδηση για να γίνει αποδεκτός από την εκκλησιαστική ιστορία ως ζωγράφος. Βλ. Rebecca Raynor, The shaping of an icon: St Luke, the artist» (Η διαμόρφωση μιας εικόνας: Άγιος Λουκάς, ο καλλιτέχνης), στο περιοδικό Byzantine and Modern Greek Studies, Volume 39, Issue 2, 2015, pp. 161-172.
Η Ελληνίδα ιστορικός τέχνης Νανώ Χατζηδάκη διαπιστώνει ότι η παράσταση του Ευαγγελιστή Λουκά ως ζωγράφου της Παναγίας συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη οργανωμένων τοπικών εργαστηρίων και την αναβάθμιση του επαγγέλματος του ζωγράφου. Βλ. Νανώ Χατζηδάκη, Ο ευαγγελιστής Λουκάς ως ζωγράφος της εικόνας της Παναγίας στην Ηπειρωτική Ελλάδα (16ος-18ος αι.), στο Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας 33 (2012), σσ. 405-412.
[12] Ἐκλογαὶ ἐκ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας Θεοδώρου Ἀναγνώστου, ἀπό φωνῆς Νικηφόρου Καλλίστου τοῦ Ξανθοπούλου, PG 86/1, 165A.
[13] Ἀνδρέας Κρήτης, Περὶ τῆς τῶν Ἁγίων εἰκόνων προσκυνήσεως, PG 97, 1304C.
[14] Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν βασιλέα Θεόφιλον περὶ τῶν ἁγίων και σεπτῶν εἰκόνων, PG 95, 349D.
[15] Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας Τόμος B΄, PG 145, 876C.
[17] Ἱερομον. Ἀθανασίου Σιμωνοπετρίτου, Παρακλητικὸς Κανὼν εἰς τὸν Εὐαγγελιστὴν καὶ Ἰατρὸν Ἅγιον Λουκᾶν, ψαλλόμενος εἰς Νοσηλευτικὰ Ἱδρύματα, Ἔκδοσις 5η, Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι, Ὀκτώβριος 2015, σελ. 2.
[18] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος πρῶτος ἀπολογητικὸς πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας, PG 94, 1249CD.
[19] Χειρόγραφος Κῶδιξ, ἀριθμ. 3, τεθησαυρισμένος ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Προυσοῦ. Βλ. και Χριστόφορος Παπανδρεόπουλος, Διήγησις ἱερὰ καὶ ὡραία, διαλαμβάνουσα περὶ τῆς Θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς εὑρισκομένης ἐν τῇ σεβασμίᾳ Μονῇ τοῦ Πυρσοῦ ἢ Προυσοῦ, ἐν Ἀθήναις ἐκ τοῦ Τυπογραφείου Ν. Ταρουσόπουλου, 1897, σελ. 69.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου